επακταίος

ἐπακταῑος, -α, -ον (Α)
1. ο επάκτιος, αυτός που βρίσκεται στην ακτή ή κοντά σ' αυτήν
2. (το αρσ.) επίθετο τού Ποσειδώνος στη Σάμο, επειδή το ιερό και ο βωμός του βρίσκονταν στην ακτή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπακταίη — ἐπακταῖος fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπακταίῃσιν — ἐπακταῖος fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Epactaevs — EPACTAEVS, i, Gr. Ἐπάκταιος, ου, ein Beynamen des Neptuns bey den Samiern, welchen er von ἐπὶ und ἄκτη, das Ufer, hat, weil er seinen Tempel in ihrer Insel am Ufer der See hatte. Hesych. ap. Gyrald. Synt. V. p. 164 …   Gründliches mythologisches Lexikon

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.